Τρίκαλα
Ο Β.Τ. γεννήθηκε στα Τρίκαλα της Θεσσαλίας στις 18 Ιανουαρίου του 1915.
Ο πατέρας του Κώστας Τσατσάνης (αργότερα έγινε Τσιτσάνης), ήταν Ηπειρώτης από τα Γιάννενα και η μητέρα του η Βικτωρία Λάζου από τα Ζαγόρια. Αν και το ζευγάρι έκανε περίπου δεκατέσσερα παιδιά, τέσσερα από αυτά έμελλε να ζήσουν για πολλά χρόνια. Ο Νίκος, ο Χρήστος, ο Βασίλης και η Τερψιχόρη.
Ο πατέρας του ήταν τσαρουχάς το επάγγελμα και έφτιαχνε περιζήτητα και πανέμορφα τσαρούχια. Πέθανε το 1927. Ένα χρόνο μετά ο Βασίλης πιάνει στα χέρια του τη μαντόλα που έκανε μπουζούκι ο πατέρας του αλλάζοντας το μανίκι και δεν το αφήνει ποτέ. Μέχρι τότε ασχολήθηκε στην αρχή με τη μαντόλα μαθαίνοντας από τον πατέρα του και αργότερα με το βιολί με τον Ιταλό δάσκαλο Γιόσα. Μετά από πολλές περιπέτειες στο Γυμνάσιο αφού παράλληλα με τα μαθήματα έπρεπε να δουλεύει αλλά και να παίζει μπουζούκι στα τέλη του 1936 έρχεται στην Αθήνα για να σπουδάσει Νομική αλλά όπως λέει και ο ίδιος γραφτό ήταν να ασχοληθεί επαγγελματικά με το τραγούδι.
Όταν ήρθε στην Αθήνα είχε έτοιμα 40-50 τραγούδια. Με την κάθοδο στην Αθήνα η ζωή αλλάζει ριζικά. Στην αρχή δουλεύει σε κάποιο ταβερνάκι για λίγο χαρτζιλίκι, Καινούργιες παρέες, νέα δεδομένα. Το ακροατήριό του είναι τώρα φοιτητές: πνεύματα ανυπότακτα, επαναστατικά, ανοιχτά σε κάθε τι καινούργιο. Μαζί τραγουδούν και διασκεδάζουν. Σύντομα γίνεται το ίνδαλμα των φοιτητών. Η παρέα με τους φοιτητές στον “Πλάτανο” αποτελεί ένα σημαντικό σταθμό για τη μετέπειτα πορεία του.
Η θεματολογία των τραγουδιών του αλλάζει, αποκτούν κοινωνικό χαρακτήρα. Δεν τον ενδιαφέρει να γράφει μόνο για αυτόν και την παρέα του.
Θεσ/νίκη
Το 1938 ο Β.Τ. πάει φαντάρος στο Τάγμα Τηλεγραφητών στην Θεσ/νίκη όπου έγραψε και το παρεμφερές τραγούδι “ο ασυρματιστής”.
Κατέβαινε στην Αθήνα με το τρένο με 48ωρες άδειες και ηχογραφούσε τα Σαββατοκύριακα. Πολλές φορές παραβίαζε τις άδειες με αποτέλεσμα να τον κλείνουν στο πειθαρχείο. Τις άδειες τις άλλαζα τον αδόξαστο λέει ο ίδιος για την περίοδο εκείνη. Άλλωστε το κλείσιμο στο πειθαρχείο όπως έλεγε ήταν ευεργετικό για αυτόν αφού απαλλαγμένος από άλλα καθήκοντα στην ησυχία του πειθαρχείου δημιουργούσε καινούργια ωραιότατα τραγούδια όπως : “η Αρχόντισσα”, “Καλαμπακιώτισσα”, “Αραπιά” κλπ.
Απολύθηκε από φαντάρος το 1939. Πήγε στην Αθήνα όπου δούλεψε σε διάφορα μαγαζιά αλλά λίγους μήνες μετά άρχισε ο πόλεμος. Επιστρατεύεται και πάει στο Αλβανικό μέτωπο. Μετά την είσοδο των Γερμανών γυρίζει στα Τρίκαλα και από κεί πάλι στην Θεσ/νίκη όπου δουλεύει στο Καραμπουρνάκι στου Μπάρμπα Λιά, στο “ΕΛΑΤΟ”, στα “Κούτσουρα του Δαλαμάγκα” κοντά στον Λευκό Πύργο, στου “Σταυράκη” και μετά ανοίγει δικό του μαγαζί το “Ουζερί Τσιτσάνη” στην οδό Παύλου Μελά 21, στη Διαγώνιο.
Στη Θεσ/νίκη θα γνωρίσει και θα παντρευτεί τη γυναίκα του Ζωή Σαμαρά στα 1942. Μαζί θα κάνουν δύο παιδιά : το 1946 την Βικτωρία και το 1954 τον Κώστα.
Ας δούμε όμως τι λέει ο ίδιος για αυτή την περίοδο: “Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο αγαπώ τη Θεσσαλονίκη. Σ’ αυτή τη πόλη ετοίμασα, στην κατοχή, ένα ολόκληρο έργο. Ένα έργο που αργότερα θα μίλαγε όλος ο κόσμος, ένα έργο που βγήκε από τις δραματικές σελίδες της εποχής, ένα έργο που ξεπήδησε μέσα από τη ψυχή μου, ένα έργο που είχε μέσα του τον καλύτερο μουσικό μου κόσμο, ένα κόσμο που αργότερα θα σάρωνε την Ελλάδα. …Η κατοχή με δύο λόγια, είναι η καρδιά του λαϊκού τραγουδιού. Να γιατί λέω ότι η Θεσ/νίκη και το ουζερί μου στην Παύλου Μελά “σημάδεψαν” την καριέρα μου στο τραγούδι.”
Η μουσική του
Ας δούμε πως περιγράφει ο ίδιος τη δουλειά του και πως έγραφε τα τραγούδια του:
“ Το πώς εργαζόμουνα δεν μπορεί ποτέ να το χωρέσει το μυαλό του ανθρώπου και λέω ανοιχτά ότι εάν ήταν άλλος συνθέτης στη θέση μου δεν επρόκειτο να έβγαινε ζωντανός. Σίγουρα θα πέθαινε.
Είπα ότι η προεισαγωγή ήτανε η προθέρμανση και η εισαγωγή η ζωή μου. Δεν είναι υπερβολή όταν λέω ότι έφτυνα αίμα για μία εισαγωγή, ότι τα δάχτυλά μου πολλές φορές έσπαζαν και έτρεχαν αίματα. Μίλαγε η ψυχή και όταν μιλάει η ψυχή μπορείς να τα βάλεις με όλους τους εχθρούς του κόσμου. Έκανα πολύ καιρό για να φτιάξω ένα τραγούδι. …Όσο και αν κουραζόμουν είχα φοβερές απαιτήσεις από τον εαυτό μου, από το έργο που έφτιαχνα, από τη δουλειά μου…Κάθε δαχτυλιά πάνω στο μπουζούκι ήταν για μένα στιγμή ιερή. Ξενύχτια, αγώνες, βραχνάς, αγωνία, αίμα, κούραση, για να γίνουν τα τραγούδια μου όπως έγιναν…Τίποτα δεν αγνόησα στα τραγούδια μου, διότι και αυτό το θεωρούσα χρέος. Έγραψα για την Ελλάδα, για τη φτώχεια, για τη γυναίκα, για την εργατιά, για τον πόνο, για την αδικία, για το χαμό, για τη φυγή, για τη λευτεριά, για τον πόθο, για το ανικανοποίητο…Το μυαλό μου ήτανε μόνο στη δουλειά μου και πουθενά αλλού. Κάθε μέρα ξενυχτούσα, κοιμόμουνα ελάχιστα, και αμέσως δουλειά για καινούργια τραγούδια.
…Το τραγούδι γραφόταν πάνω στο κερί. Όταν παίζαμε και το γράφαμε δεν μπορούσαμε ν’ ακούσουμε τι παίξαμε και τι βγήκε στο τέλος της φωνοληψίας. Ένα κερί χρησιμοποιούσαμε μόνο στην αρχή για δοκιμή. Μετά ότι παίξαμε, παίξαμε. Ήθελα να είμαι σίγουρος και στην τελευταία λεπτομέρεια. Πρόβες, πρόβες, πρόβες, προετοιμασία, πάλι από την αρχή, άντε άλλη μια φορά, μαρτύριο σωστό, μέχρι να πάω στο στούντιο για φωνοληψία. Μεγάλο μαρτύριο. Όχι όπως τώρα, που πάνε τα μπουζούκια στο στούντιο, παίζουν δέκα τραγούδια εκεί, χωρίς πρόβες, πληρώνονται και φεύγουν. Οι δουλειές όμως δεν γίνονται έτσι.
…Και όταν ερχόταν και πήγαινα να ακούσω το δείγμα, αυτή η στιγμή ήταν τελετή για μένα. Δεν πήγαν χαμένοι οι κόποι μου. Και οι παλιές αυτές εκτελέσεις μου το αποδεικνύουν. Γι αυτό βγήκαν αυτές οι εκτελέσεις που βγήκαν, για αυτό και οι παλιοί δίσκοι μου έχουν τόσο μεγάλη μουσική αξία. Γιατί δεν ξαναγίνονται ΠΟΤΕ. Τότε δούλευα μόνο για την τέχνη μου και για τίποτε άλλο.
…Γι αυτό θέλω να μη βρεθεί άνθρωπος που να μην πάρει αυτές τις παλιές και αυθεντικές εκτελέσεις. Δεν είναι απλώς δίσκοι με παλιά τραγούδια, είναι δίσκοι φτιαγμένοι με τόσες θυσίες, κόπους, βγαλμένοι από μένα τον ίδιο και από το λαό και για το λαό. Εκεί μπορεί να ακούσει ο καθένας και να καταλάβει τι πράγματα έβγαιναν με δύο όργανα, ένα μπουζούκι, μία κιθάρα, και που και που μπαγλαμάς. Γι αυτό επιμένω τόσο πολύ.”
Επίλογος
Ο Β.Τ. έγραψε συνολικά περίπου 530 τραγούδια εκ των οποίων περίπου 100 προπολεμικά.
Πέθανε στις 18.1.1984, ακριβώς την ημέρα των γενεθλίων του σε κλινική στο Λονδίνο.
“Να με θάψετε με το μπουζούκι μου και την ώρα που θα με κατεβάζετε στον τάφο, θέλω οι φίλοι μου να μου παίξουνε την “Συννεφιασμένη Κυριακή”.
Τούτα τα λίγα λόγια μπόρεσε να πεί ο Β.Τ. πριν γείρει το κεφάλι στον αιώνιο ύπνο.